ανακρούω


ανακρούω
ανακρούω, ανέκρουσα βλ. πίν. 40

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀνακρούω — push back pres subj act 1st sg ἀνακρούω push back pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανακρούω — (Α ἀνακρούω) νεοελλ. 1. εκτελώ, παίζω «η φιλαρμονική ανέκρουσε τον Εθνικό Ύμνο» 2. φρ. «ανακρούω πρύμναν», υποχωρώ, αλλάζω γνώμη ή τακτική 3. (για ιστιοφόρο ή βάρκα) κινούμαι προς τα πίσω αρχ. 1. σπρώχνω προς τα πίσω 2. συγκρατώ, αναχαιτίζω… …   Dictionary of Greek

  • ανακρούω — ανάκρουσα 1. κάνω πίσω, υποχωρώ, αλλάζω στάση, κυρίως στη φράση της καθαρεύουσας «ανακρούω πρύμναν», κάνω το πλοίο να κινηθεί προς τα πίσω: Ύστερα από τη γενική κατακραυγή η κυβέρνηση ανέκρουσε πρύμναν. 2. εκτελώ μουσικό κομμάτι: Στο τέλος κάθε… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀνακρούσουσιν — ἀνακρούω push back aor subj act 3rd pl (epic) ἀνακρούω push back fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀνακρούω push back fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνακρούσω — ἀνακρούω push back aor subj act 1st sg ἀνακρούω push back fut ind act 1st sg ἀνακρούω push back aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνακρούῃ — ἀνακρούω push back pres subj mp 2nd sg ἀνακρούω push back pres ind mp 2nd sg ἀνακρούω push back pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνακρουομένων — ἀνακρούω push back pres part mp fem gen pl ἀνακρούω push back pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνακρουσόμεθα — ἀνακρούω push back aor subj mid 1st pl (epic) ἀνακρούω push back fut ind mid 1st pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνακρουόμεθα — ἀνακρούω push back pres ind mp 1st pl ἀνακρούω push back imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνακρουόμενον — ἀνακρούω push back pres part mp masc acc sg ἀνακρούω push back pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)